πυκνογραμμένος

(προωθήθηκε από πυκνογραμμένη)
Μεταφράσεις

πυκνογραμμένος

(piknoɣra'menos) αρσενικό

πυκνογραμμένη

(piknoɣra'meni) θηλυκό

πυκνογραμμένο

(piknoɣra'meno) ουδέτερο
επίθετο
που είναι γραμμένος χωρίς κενά πυκνογραμμένο κείμενο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close