πυρηνικός

(προωθήθηκε από πυρηνικό)
Μεταφράσεις

πυρηνικός

(pirini'kos) αρσενικό

πυρηνική

(pirini'ci) θηλυκό

πυρηνικό

nuclearنَوَوِيّjadernýatom-nuklearnuclearydin-nucléairenuklearninucleare原子力の핵의nucleairkjerne-nuklearnynuclearядерныйkärn-เกี่ยวกับนิวเคลียร์nükleerthuộc hạt nhân核子的, גרעיני (pirini'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. φυσική σχετικός με τον πυρήνα του ατόμου πυρηνική φυσικήενέργεια
2. σχετικός με την πυρηνική ενέργεια πυρηνικά όπλα πυρηνικό ατύχημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close