πυροβόλο

Μεταφράσεις

πυροβόλο

cannon, gun, artilleryarme à feu (piro'volo)
ουσιαστικό ουδέτερο
όπλο με σφαίρες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close