πυροσβέστης

Μεταφράσεις

πυροσβέστης

hasičbrandvæsen, brandmandFeuerwehr, Feuerwehrmannfireman, firefighterfajroestingistobomberopalomiespompier, sapeur-pompiertűzoltóslökkviliðsmaðurpompiere, vigile del fuoco消防吏員, 消防士기관병, 소방관brandweer, brandweermanstrażakbombeiropompierпожарный, пожарникgasilecbrandmanıtfaiye, itfaiyeciпожежник消防员, 消防队员رَجُلُ الـمَطَافِئvatrogasacbrannmannเจ้าหน้าที่ดับเพลิงlính cứu hỏa (piro'zvestis)
ουσιαστικό αρσενικό
που εργάζεται στο πυροσβεστικό σώμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close