πυροσβεστικός

Μεταφράσεις

πυροσβεστικός

(pirozvesti'kos) αρσενικό

πυροσβεστική

(pirozvesti'ci) θηλυκό

πυροσβεστικό

Feuerincendiefirebrandfuegoאשไฟbrand (pirozvesti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τους πυροσβέστες ή το σβήσιμο της φωτιάς πυροσβεστικό σώμα πυροσβεστική αντλία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close