πωρωμένος

(προωθήθηκε από πωρωμένο)
Μεταφράσεις

πωρωμένος

(poro'menos) αρσενικό

πωρωμένη

(poro'meni) θηλυκό

πωρωμένο

(poro'meno) ουδέτερο
επίθετο
φανατισμένος πωρωμένος με τα λεφτά
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close