πόδι

Μεταφράσεις

πόδι

fod, benBein, Fußfoot, leg, pawpie, pata, piernajalgjalka, jalkaterä, käpäläpied, jambe, pattepedekakipiede, zampa, gamba, piedipespėdėspoot, voet, beenstopa, noga, nóżka, pata, pernapiciorнога, ножка, ступня, штанинаfot, benرِجْل, رِجْلٌ, قَدَمchodidlo, nohanoga, stopalo脚, 足다리, 발bein, ben, fotเท้า, ขาayak, bacakchân, רגל ('poði)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το μέρος του σώματος από το μηρό έως τα δάχτυλα Δε με κρατάνε τα πόδια μου.
2. το μέρος του σώματος από τον αστράγαλο έως τα δάχτυλα Το πόδι μου δε μπαίνει στο παπούτσι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close