πόνος

Μεταφράσεις

πόνος

dolorSchmerz, Wehpain, ache, distress, sorenessdolordouleur, peinefájdalomverkurpijn, wee, zeersmerte, pinebóldor, afliçãoбольağrı, acı, azapأَلَم, أَلَمٌbolestsmertekipu, särkyboldolore痛み고통, 아픔smärta, värkความเจ็บปวดsự đau đớn, sự đau nhứcболкаכאב ('ponos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. δυσάρεστη αίσθηση που μας κάνει να υποφέρουμε σωματικά οξύς πόνος απαλύνω τον πόνο
2. μεταφορικά μεγάλη στενοχώρια ο πόνος του χωρισμού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close