πόσιμος

Μεταφράσεις

πόσιμος

('posimos) αρσενικό

πόσιμη

('posimi) θηλυκό

πόσιμο

potable, drinkable ('posimi) ουδέτερο
επίθετο
που μπορούμε να το πιούμε άφοβα πόσιμο νερό
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close