πότης

(προωθήθηκε από πότρια)
Μεταφράσεις

πότης

('potis)
ουσιαστικό αρσενικό

πότρια

drinkerbebedorDrinkerbuveur술꾼Drinker ('potria) θηλυκό
ουσιαστικό
που συνηθίζει να πίνει οινοπνευματώδη ποτά
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close