πύρινος

Μεταφράσεις

πύρινος

('pirinos) αρσενικό

πύρινη

('pirini) θηλυκό

πύρινο

('pirino) ουδέτερο
επίθετο
1. που βγάζει φωτιά πύρινη μάζα
2. μεταφορικά φλογερός πύρινο βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close