ράβω

Μεταφράσεις

ράβω

coudreшитьsew, stitchيُخَيِّطُšítsynähencoserommellašivaticucire縫う꿰매다naaiensyuszyćcosturarsyเย็บdikmekkhâu缝纫, Шия ('ravo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. στερεώνω κτ με κλωστή και βελόνα ράβω κουμπί
2. φτιάχνω ρούχο ράβω μια φούστα
3. κλείνω Ο γιατρός έρραψε την πληγή.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close