ράθυμος

(προωθήθηκε από ράθυμη)
Μεταφράσεις

ράθυμος

('raθimos) αρσενικό

ράθυμη

('raθimi) θηλυκό

ράθυμο

indolent, nonchalant ('raθimo) ουδέτερο
επίθετο
νωθρός, νωχελικός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close