ρέπω

Μεταφράσεις

ρέπω

neigen, tendierenprone to, propend ('repo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έχω τάση σε κτ ρέπω προς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close