ρέψιμο

Μεταφράσεις

ρέψιμο

burp, belchتـَجَشُّؤříhnutíbøvsRülpsereructoröyhtäysrotpodrigivanjeruttoげっぷ트림boerrapbeknięciearrotoотрыжкаrapการเรอgeğirmetiếng ợ打嗝 ('repsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να ρεύεται κν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close