ρέω

Μεταφράσεις

ρέω

flow, stream ('reo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κυλάω Το ποτάμι ρέει ήρεμα.
2. μεταφορικά υπάρχω σε αφθονία Το κρασί ρέει άφθονο.
3. μεταφορικά (για ομιλία) βγαίνω αβίαστα Ο λόγος του ρέει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close