ρήμα

Μεταφράσεις

ρήμα

werkwoordглаголverbVerb, Zeitwortverbverboverbفعلverbiverbeक्रियाkata, kerjasagnorðverbo動詞verbumwerkwoordczasownikverboverbглаголverb动词فِعْلslovesoverbumglagol동사verbคำกริยาfiilđộng từ動詞הפועל ('rima)
ουσιαστικό ουδέτερο
μέρος του λόγου που εκφράζει κπ ενέργεια ή κατάσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close