ρήξη

Μεταφράσεις

ρήξη

rupture, breakdown, lacerationrompimentopęknięcieBruchrupturabreuk破裂تمزقrupture파열破裂rotturaהקרע ('riksi)
ουσιαστικό θηλυκό
διάσπαση έρχομαι σε ρήξη με κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close