λου-

(προωθήθηκε από ρίδα)
Μεταφράσεις

λου- λω ρίδα

( lu- lo 'riða)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μακρύ κομμάτι ύφασμα ή δέρμα κ.λπ. υφασμάτινη δερμάτινη λουρίδα
2. τμήμα δρόμου λωρίδα κυκλοφορίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close