ρίζωμα

Μεταφράσεις

ρίζωμα

('rizoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να ριζώνει ένα φυτό το ρίζωμα δέντρου
2. μεταφορικά το να στεριώνει κν σε κπ τόπο το ρίζωμα σε νέο τόπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close