ρίξιμο

Μεταφράσεις

ρίξιμο

cast ('riksimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να ρίχνει, να πετάει κν κτ το ρίξιμο της άγκυρας το ρίξιμο του ακόντιου
2. μεταφορικά η μεγάλη μείωση το ρίξιμο των τιμών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close