ραγίζω

Μεταφράσεις

ραγίζω

(ra'ʝizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
σχηματίζω ρωγμή σε αντικείμενο Ράγισα το βάζο.

ραγίζω

crackيَتَصَدَّعُprasknoutrevnezerspringenagrietar, rajarmurtuafendrenapuknutispaccarsi割れる금이 가다barstensprekkepęknąćquebrarтреснутьsprickaแตกร้าวçatlamaklàm rạn nứt破裂
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αποκτώ ρωγμή Το τζάμι ράγισε.
μεταφορικά στενοχωριέμαι πολύ
2. μεταφορικά φθείρομαι Η σχέση μας ράγισε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close