ραγδαίος

(προωθήθηκε από ραγδαία)
Μεταφράσεις

ραγδαίος

(ra'ɣðeos) αρσενικό

ραγδαία

(ra'ɣðea) θηλυκό

ραγδαίο

fulgurant (ra'ɣðeo) ουδέτερο
επίθετο
1. δυνατός ραγδαία βροχή
2. μεταφορικά πολύ γρήγορος ραγδαίες εξελίξεις
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close