ραντεβού

Μεταφράσεις

ραντεβού

appointment, rendezvousrendez-vousموعد, مَوْعِدjmenování, schůzkarendezvous, udnævnelseRendezvous, Verabredungnombramiento, cita, encuentrotapaaminenimenovanje, sastanakappuntamento予約, 会う約束랑데부, 약속aanstelling, rendez-vousavtale, stevnemøterandka, spotkanienomeação, compromisso, encontro marcadoвстреча, назначениеmöte, utnämningการแต่งตั้ง, การนัดพบตามเวลาที่นัดไว้randevucuộc hẹn bí mật, sự bổ nhiệm任命, 约会 (rande'vu)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
προκαθορισμένη συνάντηση κλείνω ραντεβού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close