ρεβεγιόν

Μεταφράσεις

ρεβεγιόν

(reve'jon)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
η παραμονή των Χριστουγέννων ή της πρωτοχρονιάς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close