ρεπό

Μεταφράσεις

ρεπό

break, day offrepos (re'po)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
άδεια από εργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close