ρημάζω

Μεταφράσεις

ρημάζω

(ri'mazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
καταστρέφω

ρημάζω

destroy, devastate, lay waste, ravageravager
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
καταστρέφομαι, μένω χωρίς ζωή Το χωριό ρήμαξε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close