ρητός

(προωθήθηκε από ρητή)
Μεταφράσεις

ρητός

(ri'tos) αρσενικό

ρητή

(ri'ti) θηλυκό

ρητό

explicit, rationalesplicitaexplícitaexplicieteexplicitизричноeksplicitexpliciteexplicitníصريحמפורשת (ri'to) ουδέτερο
επίθετο
σαφής ρητή διαταγή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close