ριζώνω

Μεταφράσεις

ριζώνω

(ri'zono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βγάζω ρίζες Τα φυτά στον κήπο ρίζωσαν.
2. μεταφορικά στεριώνω Τελικά, ρίζωσα εδώ πέρα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close