ρινικός

(προωθήθηκε από ρινικό)
Μεταφράσεις

ρινικός

(rini'kos) αρσενικό

ρινική

(rini'ci) θηλυκό

ρινικό

(rini'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τη μύτη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close