ριχτός

(προωθήθηκε από ριχτό)
Μεταφράσεις

ριχτός

(ri'xtos) αρσενικό

ριχτή

(ri'xti) θηλυκό

ριχτό

(ri'xto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν εφαρμόζει ριχτό φουστάνι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close