ροκάνισμα

Μεταφράσεις

ροκάνισμα

(ro'kanizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το μάσημα τραγανής oυσίας Ακούγονται ροκανίσματα ποντικιών.
2. μεταφορικά η μείωση, η σπατάλη το ροκάνισμα του κεφαλαίου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close