ροκανίζω

Μεταφράσεις

ροκανίζω

gnaw, plane (roka'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μασάω κτ τραγανό ή σκληρό ροκανίζω καρότα
2. μεταφορικά μειώνω, σπαταλάω ροκανίζω τις οικονομίες μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close