ρομαντισμός

Μεταφράσεις

ρομαντισμός

romantiekRomantikרומנטיקה (romandi'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. καλλιτεχνικό κίνημα του 19ου αιώνα το κίνημα του ρομαντισμού
2. το να είναι κν ρομαντικός Ο ρομαντισμός του μ'απελπίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close