ρουφηγμένος

Μεταφράσεις

ρουφηγμένος

(rufi'ɣmenos) αρσενικό

ρουφηγμένη

(rufiɣ'meni) θηλυκό

ρουφηγμένο

(rufiɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει χάσει από την περιεκτικότητά του ρουφηγμένα μάτιαμάγουλα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close