ρυθμίζω

Μεταφράσεις

ρυθμίζω

adjustConfigurarconfigurarconfigurerнастройка (riθ'mizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. οργανώνω ρυθμίζω την κυκλοφορία
2. προγραμματίζω ρυθμίζω συσκευή
3. τακτοποιώ ρυθμίζω ένα ζήτημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close