ρυτιδιάζω

Μεταφράσεις

ρυτιδιάζω

wizen (riti'ðjazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γεμίζω ρυτίδες Το πρόσωπό του ρυτίδιασε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close