σάλιο

Μεταφράσεις

σάλιο

salivasaliveلُعَابslinaspytSpeichelsalivasylkislinasaliva唾液speekselspyttślinasalivaслюнаsalivน้ำลายtükürüknước bọt唾液слюнкаרוק唾液 ('saʎo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το υγρό που εκκρίνεται από το στόμα
επιθυμώ κτ πάρα πολύ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close