σάλος

Μεταφράσεις

σάλος

storm, turmoil, commotion, uproartumulte ('salos)
ουσιαστικό αρσενικό
μεταφορικά οι έντονες αντιδράσεις γύρω από ένα θέμα Έγινε σάλος. κάνω σάλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close