σάλπιγγα

Μεταφράσεις

σάλπιγγα

bugle, horn, oviduct ('salpiŋga)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μουσική πνευστό όργανο που χρησιμοποιείται στο στρατό Ηχούν οι σάλπιγγες!
2. ανατομία γυναικολογικό όργανο βουλωμένες σάλπιγγες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close