σέρνομαι

Μεταφράσεις

σέρνομαι

creep, crawlيَزْحَفُplazit sekravlekriechenarrastrarse, gatearryömiäramperpuzatistrisciare這う기다kruipenkrypepełzaćengatinhar, gatinharползатьkrypaคลานemeklemek爬行 ('sernome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. δεν έχω διάθεση να κάνω τίποτα Σέρνομαι από το πρωί.
2. κυλιέμαι σέρνομαι στο πάτωμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close