σέρνω

Μεταφράσεις

σέρνω

drag, draw, lugيَجُرُّtáhnouttrækkeschleppenarrastrarraahatatraînervućitrascinare引っ張る(...을) 끌다slepentrekkepociągnąćarrastarтащитьdraลากsürüklemekkéo lê ('serno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραβάω σέρνω έπιπλα
2. μεταφορικά παίρνω κπ μαζί μου παρά τη θέλησή του Μ' έσυρε στα μαγαζιά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close