σερφ

(προωθήθηκε από σέρφιγκ)
Αναζητήσεις σχετικές με σέρφιγκ: μόντεμ
Μεταφράσεις

σερφ

(serf)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
η ιστιοσανίδα ή (γουίντ) σέρφιγκ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close