σίγουρος

Μεταφράσεις

σίγουρος

('siɣuros) αρσενικό

σίγουρη

('siɣuri) θηλυκό

σίγουρο

sure, certain, confidentcertain, sûr, sûr de soiمُؤَكَّد, واثِقjistýselvsikker, sikkerselbstsicher, sicherseguro, cierto, seguro de sí mismoluottavainen, varmasiguran, uvjerencerto, fiducioso確信して, 確信している확신하는overtuigd, zekersikker, tryggpewnycerto, confianteуверенныйsäker, självsäkerแน่นอน, มั่นใจkendine güvenen, kesinchắc chắn, tự tin确信的, 确定的בטוח ('siɣuro) ουδέτερο
επίθετο
1. εξασφαλισμένος σίγουρα αποτελέσματα
2. βέβαιος Είμαι σίγουρος ότι θα πετύχεις.
3. αποδεδειγμένος σίγουρη μέθοδος
4. αποφασιστικός, χωρίς δισταγμούς σίγουρες κινήσεις είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου
5. ασφαλής σίγουρη κρυψώνα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close