σίδερο

Μεταφράσεις

σίδερο

ironhierro, planchafer, fer à repasserżelazko, żelazoжелезо, утюгdemir, ütüحَدِيدٌ, مِكْواةžehlička, železojern, strygejernBügeleisen, Eisenrauta, silitysrautapegla, željezoferroアイロン, 鉄다리미, 철ijzer, strijkijzerjern, strykejernferro, ferro de engomar, ferro de passar roupastrykjärnเตารีด, เหล็กsắt, ủi, 熨斗желязоברזל ('siðero)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. είδος μέταλλου από σίδερο
2. μικρή συσκευή για σιδέρωμα το ηλεκτρικό σίδερο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close