σαδιστικός

Μεταφράσεις

σαδιστικός

(saðisti'kos) αρσενικό

σαδιστική

(saðisti'ci) θηλυκό

σαδιστικό

sadisticsadique (saðisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το σαδισμό σαδιστικό χαμόγελο Είναι σαδιστικός με τους μαθητές του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close