σαθρός

(προωθήθηκε από σαθρή)
Μεταφράσεις

σαθρός

(sa'θros) αρσενικό

σαθρή

(sa'θri) θηλυκό

σαθρό

délabré, pourridilapidated, rotten (sa'θro) ουδέτερο
επίθετο
σάπιος σαθρό ξύλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close