σακάτης

(προωθήθηκε από σακάτισσα)
Μεταφράσεις

σακάτης

(sa'katis) αρσενικό

σακάτισσα

(sa'katisa) θηλυκό
ουσιαστικό
ο ανάπηρος γέρος σακάτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close