σακατεύω

Μεταφράσεις

σακατεύω

maim (saka'tevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χτυπάω κπ τόσο ώστε να μείνει ανάπηρος Μια σφαίρα στο πόδι τον σακάτεψε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close