σαλεύω

Μεταφράσεις

σαλεύω

move, shake (sa'levo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κουνιέμαι ελαφρά Μόλις που σαλεύει το κεφάλι του.
2. μεταφορικά
τρελλαίνομαι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close